14/2/08

Για παντα μαζι κι ευτυχισμενοι.

Ενας χρονος συμπληρωθηκε σημερα, απ τη μερα που εφυγε ο αγαπημενος μου Παππους απ τη ζωη. Ανημερα του αγιου Βαλεντινου. Τι ωραια μερα για να φυγει κανεις...
Οχι γιατι ειμαι των εορτων (κι ειδικα τετοιων), ουτε γιατι εκεινος ηταν. Απλα ετσι , μια και για τους περισσοτερους ανθρωπους ειναι μια μερα, που εστω κι αθελα τους, μια σκεψη περι ερωτος κι αγαπης λιγο πολυ περναει απ το μυαλο τους.
Μα θα μου πεις, βρηκες τετοια μερα που ολοι μιλουν για ερωτα να μιλησεις για ανθρωπους που χουν φυγει; Ο Μπαρμπαγιωργος (οπως τον ελεγαν οι φιλοι του απο καποια ηλικια κι επειτα), ομως, ηταν παντρεμενος πανω απο 50 χρονια με την κυρα Σταυρουλα του. Και δεν ηταν ευκολος ανθρωπος παντα. Με την δυστυχια εκεινων των χρονων που ακολουθησαν το δραμα της Μικρασιας , απο την Μυτιληνη, βρεθηκε 6-7 χρονων προσφυγας καπου στο Βολο, παραγιος, σε καποια ευκαταστατη οικογενεια. Οι περιπετειες του αμετρητες ολα εκεινα τα χρονια.Φανταρος βρεθηκε να πολεμαει στα Ελληνοαλβανικα συννορα. Απο την Αλβανια που βρεθηκε με το ταγμα του στον πολεμο, γυρισε στην Αθηνα με τα ποδια. Ευτυχησε να ειναι ο μαγειρας του λοχου και με τις φωτιες των ψευτομαγειρεματων του καταφερε να σωσει, και τα ποδια του αλλα και τη ζωη του. Ερχομενος, στην επιστροφη, καπου στο Χαιδαρι γλιτωσε κυριολεκτικα την υστατη στιγμη, σαν απο θαυμα σε μπλοκο των Γερμανων και κατεληξε να ψαχνει τη μοιρα του περιπλανωμενος στις γειτονιες της Αθηνας. Αργοτερα καποιος τον αναγνωρισε και τον εστειλε ως μαγειρα στη λεσχη αξιωματικων στη Λαρισσα. Εκει στη Λαρισσα γνωρισε την κυρα Σταυρουλα. Το συνοικεσιο με το "φτωχο ορφανο " που μεγαλωσε με τον παπα της ενοριας μεσα στην εκκλησια, εγινε απο γειτονους που ξερανε την κατασταση τους, μονομιας. Δυο δυστυχες ψυχες ενωθηκαν σε μια κοινη μοιρα. 60 χρονια κρατησε η μοιρα του μαζι της. Τους χαρισε ζωη σκληρη, δυσκολη, φτωχικη μα τιμια, κι αξιοπρεπη και στις χαρες και στις λυπες.
Εκανε τρια παιδια ο Μπαρμπαγιωργος με την Κυρα του. Δυο κοριτσια κι ενα αγορι. Τα κοριτσια του ευτυχησε να τα καλοπαντρεψει. Να δει κι εγγονια και δισεγγονα ακομα.
Το αγορι του ομως, το καμαρι του, στα δεκαοχτω του ακριβως , χαθηκε απο τροχαιο εξω απο την πορτα του σπιτιου. Αυτο θα 'μελλε να ειναι και το μεγαλυτερο δραμα της ζωης του.
Παρ ολα αυτα, τα χρονια ητανε δυσκολα κι ειχε μια οικογενεια να πορεψει. Στην κατοχη οι Γερμανοι του επιταξανε το σπιτι. Περασαν δυσκολες μερες τοτε.
Εντομεταξυ ειχε γινει παγοπωλης . Ολη η οικογενεια δουλευε μαζι του. Καλοκαιρια και χειμωνες μεσα στα κρυα και τις βροχες εκει, να κουβαλανε ολοι μαζι τον παγο. Αργοτερα μετα απο χρονια που ηρθαν οι ηλεκτρικες συσκευες, εγινε αγωγιατης. Τρικυκλας, να κανει μεταφορες καθε ειδους απο το ενα μερος στο αλλο σε ακτινα 50-100 χλμ. Ετσι πορευτηκε και μεσα στην κατοχη και στη χουντα και αργοτερα στις μερες τις καλες. Σκληρη δουλεια σχεδον υπερ(απ)ανθρωπη. Σαν να μην σταματαγε ποτε . Σαν το μονο του διαλλειμα να ηταν το τσιπουρακι που του ετοιμαζε η γιαγια καθε μερα, ακριβως την ιδια παντα ωρα, λιγο πριν το μεσημεριανο φαγητο.
Καποτε μπορεσε να βρει κι ενα κομματακι γη να αγορασει κι εκει ολομοναχος επι χρονια,με χιλιους κοπους και βασανα προσπαθουσε να φτιαξει ενα σπιτακι. Το σπιτικο του.
Στο τελος τα καταφερε. Ηταν πολυ πεισματαρης. Κι επιμονος. Και δουλευταρας.
Ακουραστος, μεσα στο παθος της καταχτησης των στοχων του, πολλες φορες εξαντλουσε την ιδια του την οικογενεια μα και τον εαυτο του. Η χρονια κηλη ηταν ενα μονο αντιτιμο που εισεπραξε απο ολα αυτα. Δουλεια και σπιτι. Κι οταν δε δουλευε μαστορευε, εκανε χειροτεχνιες και ξυλοκοπτικες. Κι ειχε φτιαξει με τη γιαγια εναν κηπο (το παθος και το καμαρι το δικο της) που τον ζηλευαν ολοι στη γειτονια. Και τι δεν ειχε μεσα αυτος ο κηπος. Καθε εποχη και αλλη εικονα. Παντα φορτωμενος με λουλουδια , λαχανικα, αρωματα,χρωματα και μυρωδιες.
Καθε Χριστουγεννα και Πασχα, το σπιτι του ανοιγε σ ολο τον κοσμο. Ολη η οικογενεια, παιδια, εγγονια, συγγενεις, φιλοι, γνωστοι, ολοι εκει. Τα αρνια, τα κοκορετσια, τα κουλουρακια, τα ποτα, τα γλυκα, ολα παντα ξεχειλιζαν σε καθε γωνια της κουζινας και του σαλονιου. Τον θυμαμαι να αγοραζει τα αναψυκτικα, τις μπυρες τα κρασια παντα με τα κιβωτια και να τα κρυβει στο αποθηκακι για τις γιορτες. Παντα το εκανε αυτο. Του αρεσε να εχει τα βασικα, οπως το λαδι ας πουμε σε ποσοτητες μεγαλες μες στο σπιτι. Νοικοκυρης παντα και προνοητικος.Τιποτα δεν αφηνε στην τυχη. Δεν ηθελε εκπληξεις στη ζωη του.
Ετσι γινοταν καθε χρονο . Με τη χαρα των ημερων ζωγραφισμενη στα προσωπα ολων μας. Ετσι περνουσαν οι γιορτες. Μοναχα εκεινος ειχε καθε φορα, μια δικη του,ξεχωριστη στιγμη. Μες στη χαρα, μια δυσκολη στιγμη. Τοτε που εφερνε στο μυαλο του, το καμαρι του που ελλειπε απ το τραπεζι. Τον λεβεντη του. Και καποιες φορες που δεν αντεχε και τον επαιρνε το κλαμα, αυτον τον σιδερενιο τον αλυγιστο ανθρωπο, τοτε, ακομα κι αυτος λυγιζε, ζηταγε συγνωμη και ζουσε τη στιγμη του.
Και καθε χρονο ετσι κυλουσε τη ζωη του.
Και περναγαν οι χειμωνες κι εφταναν τα καλοκαιρια. Τα σχολεια εκλειναν και παιδια κι εγγονια μαζευονταν κατω απ το χαμογελαστο μουστακι του να βγαλουνε τις διακοπες.
3-4 το πρωι, ηταν ηδη ξυπνιος. Πυρετωδως ετοιμαζε το τρικυκλο του με την μεγαλη πια καροτσα γεματη με ολα τα τσιμπρακαλα που χρειαζεται μια μεγαλη οικογενεια για να περασει 2 μηνες το λιγοτερο στην εξοχη. Η κυρα Σταυρουλα ακαματη απο κοντα του να του ετοιμαζει τα παντα μεχρι να ξυπνησουν τα παιδια. Αυτος να φορτωνει ,να λυνει και να δενει την κουκουλα. Χοντρος μουσαμας πανω απ τον σιδερενιο σκελετο της καροτσας .Το καταφυγιο μας για το νυχτερινο ταξιδι. Μεσα σ αυτο το αυτοσχεδιο τροχοσπιτο, εκει πεφτανε στρωματα, βελεντζες, σεντονια, κουβερτες, ολα να μας υποδεχτουν ωστε ζεστα να συνεχισουμε τον υπνο μας οι "μικροι" . Πεντε-εξι ανθρωποι ολοι μαζι να κοιμουντε λες και στο καλυτερο κρεββατι του κοσμου, μιας και ηταν αυτο που μετα απο λιγες ωρες θα μας οδηγουσε στον παραδεισο των διακοπων το Τσαγιζι (το σημερινο Στομιον).
Κι οι διακοπες, στα δικα μας παιδικα ματια, παντα ονειρεμενες. Για κεινον και για την γιαγια βεβαια, ηταν ενας αγωνας ακομη τον οποιον εδιναν προσπαθωντας να τον συνδιασουν με τη χαρα τουλαχιστον, λιγης ξεκουρασης και διασκεδασης .
Και μετα ξανα δουλεια και παλι δουλεια. Κι οταν εφτασε σε δυσκολες μερες λογω ηλικιας, δεν σταματησε ποτε να αγωνιζεται. Μεχρι σε χυτηρια δουλεψε αλλα δεν επετρεψε ποτε να λειψει κατι απ το σπιτι. Κι ακομα οταν αφησε το αγαπημενο του παλατακι στη Λαρισσα κι ηρθε να ζησει την υπολοιπη ζωη του κοντα στα παιδια του στην Αθηνα, ακομα και τοτε να δουλευει λαχταρουσε. Κι οταν καταλαβαινε πως ειχαν περασει πια οι μερες που 'ταν δυνατος και πως στη τσιμεντουπολη δεν ειχε με τι ν ασχοληθει, ακομα και τοτε, τρωγωτανε με τα ρουχα του. Δεν μπορεσε ποτε να ησυχασει αυτος ο μεγαλος ανθρωπος. Κι οταν τον χασαμε περυσι, το οτι θα ξεκουραζοτανε πια, αυτη ηταν η μεγαλυτερη μας παρηγορια. Η κυρα Σταυρουλα του δεν αντεξε περισσοτερο. Ακομα πριν απο το χαμο του, λες και το διαισθανοτανε, σαν να 'χασε τα λογικα της και τη μνημη της κι οταν εκεινος εφυγε, οσο κι αν μας τον ζητουσε παντα βρισκαμε τον τροπο να την ξεγελαμε με δικαιολογιες.
Λιγους μηνες μετα, πηγε κι εκεινη να βρει τον αντρα της. Και πανω απ ολα, τον συντροφο της. Ακομα και χωρις μυαλο, τοσο μονο αντεξε μακρυα του. Τωρα σιγουρα που μας κοιτανε απο κει ψηλα, νομιζω ξεκουραστοι πλεον, φχαριστιουνται που βλεπουν τους αγωνες και τις θυσιες τους που εχουν.. "πιασει τοπο".
Να 'στε καλα αγαπημενοι μας. Για παντα μαζι κι ευτυχισμενοι.

7 σχόλια:

Φαίδρα φις είπε...

πολύ όμορφο και τρυφερό...
εκείνο το ποίημα του Καβάφη΄,το ξέρεις?
"ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους...
κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε,
κάποτε μες στη σκέψη τις ακούει το μυαλό...
και με τον ήχο τους για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας-
σαν μουσική,τη νύχτα,μακρινή,που σβήνει..."

exoaptonkyklo είπε...

Το ξερω και παντα ηταν ιδιαιτερο για μενα.Ειχα καιρο να το διαβασω.Σ ευχαριστω που μου το ξαναθυμισες.Χαρηκα τοσο που θελω κι αλλο.Αν εχεις ορεξη...

Φαίδρα φις είπε...

"Raven-in memoriam Ε.Α.Ρ.
χρόνια σαν τα φτερά.
τι θυμάται τ'ακίνητο κοράκι?τι θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δέντρων?είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα χαμηλή.
εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ'αστέρια ακούνε τον αγέρα ακούνε πέρα απ' τον αγέρα την άλλη θάλασσα
σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους,δεν ακούνε τίποτα άλλο,δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών ένα χαμένο πρόσωπο,ένα νόμισμα,δε γυρεύουν κοιτάζοντας ένα κοράκι σ'ένα ξερό κλωνί,τι θυμάται.
μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ'αυτό το πουλί χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί ένας ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.
μένει ακίνητο.κοιτάζει τις ώρες μου.τι θυμάται?
είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους μέσα του πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.
τάχα βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα βαραίνει πάνω στις ρίζες του κίτρινου δέντρου,πάνω στους ώμους των άλλων ανθρώπων,τις παράξενες φυσιογνωμίες που δεν τολμούν ν'αγγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα
τάχα να βαραίνει πουθενά?
είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό
μέσα στις θαλασσινές σπηλιές,ένα βάρος ελαφρύ χωρίς συλλογή
με την κίνηση που κάποτε διώχνουμε την άσχημη σκέψη στρώνοντας το πέλαγο ως πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.
είναι βαρύς ο κάμπος ύστερα απο τη βροχή.τι θυμάται η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου
ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη?
σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή,έπεσε ο αγέρας δε σώνει η δική μου πνοή,ποιος θα το ματακινήσει?
ανάμεσα στη μνήμη,χάσμα-ένα ξαφνισμένο στήθος ανάμεσα στους ίσκιους που μάχονται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα
ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.
είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου χαϊδεύοντας το όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη
φέρνοντας μέσα τον ήλιο το πλήθος των αστερισμών τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά..."
Γιώργος Σεφέρης

αφιερωμένο στον παππού σου και στη γιαγιά σου...
λίγο ετεροχρονισμένα...

exoaptonkyklo είπε...

Φανταζεσαι να υπαρχει θεος και να σε βλεπει ν αφιερωνεις εσυ που ουτε καν με γνωριζεις, τετοια λογια σε δυο αγαπημενες για μενα μα ξενες σε σενα ψυχες;
Τι θα σημαινει αυτο για Αυτον?
Τι σημαινει αυτο για εκεινους?
Να σαι καλα.Μονο αυτο.

Φαίδρα φις είπε...

ξέρεις? έχω πειστεί πως η αγάπη είναι ένα "οικουμενικό" συναίσθημα που τελικά μπορείς να το νιώσεις και για ανθρώπους που δεν έχεις συναντήσει ποτέ...αρκεί ο συνδετικός κρίκος να σου μεταδόσει τη δύναμη και την αλήθεια με την οποία εκείνος το βίωσε...
άρα,εσύ πιστώνεσαι αυτή την "μεταφυσική" επικοινωνία συναισθήματος,όχι εγώ...
καταλαβαίνω-μπορεί και σε μια εκδοχή να ένιωσα-πόσο τους αγαπούσες και πόσο λείπουν από τη ζωή σου...

σε φιλώ...

exoaptonkyklo είπε...

Παντα ο πομπος χρειαζεται και δεκτη.

ceralex είπε...

με συγκίνησες πολύ.
Όμορφοι άνθρωποι...
ειναι όμορφο να τους θυμάσαι με τόση αγάπη και να μοιράζεσαι μαζί μας την ομορφιά τους.
να είσαι καλά